Λέξεις σε συμφραζόμενα 2
Λεξιλόγιο SAT · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 2
- novice n.: αρχάριος
- obsolete adj.: ξεπερασμένος
- pragmatic adj.: πραγματιστής
- prudent adj.: συνετός
- reluctant adj.: απρόθυμος
- resilient adj.: ανθεκτικός
- scrutinize v.: εξετάζω εξονυχιστικά
- superficial adj.: επιφανειακός
- tentative adj.: προσωρινός; διστακτικός
- undermine v.: υπονομεύω
- versatile adj.: πολυτάλαντος; πολλαπλών χρήσεων
- zealous adj.: ένθερμος