Επιστήμη και κοινωνία
Λεξιλόγιο SAT · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 4
- anomaly n.: ανωμαλία
- correlation n.: συσχέτιση
- deviation n.: απόκλιση
- inference n.: συμπέρασμα
- inhibit v.: αναστέλλω
- mitigate v.: μετριάζω
- paradigm n.: υπόδειγμα
- replicate v.: αναπαράγω
- stimulus n.: ερέθισμα
- viable adj.: βιώσιμος
- yield v., n.: απόδοση· αποδίδω· υποχωρώ
- advocate n., v.: υποστηρικτής; υποστηρίζω