Ανάγνωση
Λεξιλόγιο ACT · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 1
- allude v.: υπαινίσσομαι
- apprehensive adj.: ανήσυχος
- condescending adj.: υπεροπτικός
- deliberate adj., v.: σκόπιμος; μελετημένος
- elusive adj.: δυσεύρετος; άπιαστος
- incessant adj.: αδιάκοπος
- indifferent adj.: αδιάφορος
- nostalgia n.: νοσταλγία
- ominous adj.: δυσοίωνος
- poignant adj.: συγκινητικός
- serene adj.: γαλήνιος
- wary adj.: επιφυλακτικός