Επιστημονικός συλλογισμός
Λεξιλόγιο ACT · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 2
- concentration n.: συγκέντρωση
- density n.: πυκνότητα
- dissolve v.: διαλύομαι
- emission n.: εκπομπή
- fluctuation n.: διακύμανση
- gradient n.: κλίση; βαθμίδωση
- magnitude n.: μέγεθος
- precipitate v., n., adj.: επισπεύδω; προκαλώ
- saturation n.: κορεσμός
- solubility n.: διαλυτότητα
- trend n., v.: τάση
- catalyst n.: καταλύτης