Χρήση της αγγλικής γλώσσας
Λεξιλόγιο ACT · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 3
- concise adj.: περιεκτικός
- redundant adj.: περιττός
- ambiguous adj.: αμφίσημος
- coherent adj.: συνεκτικός
- transition n., v.: μετάβαση
- clause n.: πρόταση; ρήτρα
- modifier n.: προσδιορισμός
- parallel adj., n., v.: παράλληλος
- pertinent adj.: σχετικός με το θέμα
- succinct adj.: συνοπτικός
- verbose adj.: φλύαρος
- punctuation n.: στίξη