Κοινωνικές σπουδές
Λεξιλόγιο ACT · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 4
- abolition n.: κατάργηση
- amendment n.: τροποποίηση
- assimilation n.: αφομοίωση
- colonial adj., n.: αποικιακός
- federalism n.: ομοσπονδισμός
- immigration n.: μετανάστευση σε μια χώρα
- industrialization n.: εκβιομηχάνιση
- monopoly n.: μονοπώλιο
- reform n., v.: μεταρρύθμιση
- segregation n.: φυλετικός διαχωρισμός
- sovereignty n.: κυριαρχία
- tariff n.: δασμός; τιμολόγιο