Συχνές λέξεις 1
Λεξιλόγιο GRE · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 1
- abate v.: υποχωρώ
- aberrant adj.: αποκλίνων
- alacrity n.: προθυμία
- anomalous adj.: ασυνήθιστος
- apathy n.: απάθεια
- ascetic adj., n.: ασκητικός· ασκητής
- assuage v.: καταπραΰνω
- audacious adj.: τολμηρός
- austere adj.: λιτός· αυστηρός
- belie v.: δίνω ψευδή εντύπωση
- bolster v., n.: ενισχύω· μακρόστενο μαξιλάρι
- cacophony n.: κακοφωνία