Συχνές λέξεις 2
Λεξιλόγιο GRE · αγγλικά · Ενότητα 2
- capricious adj.: ιδιότροπος
- castigate v.: επικρίνω δριμύτατα
- chicanery n.: μηχανορραφίες
- cogent adj.: πειστικός
- convoluted adj.: περίπλοκος
- corroborate v.: επιβεβαιώνω
- credulous adj.: εύπιστος
- deride v.: χλευάζω
- desiccate v.: αποξηραίνω
- diatribe n.: λίβελος
- didactic adj.: διδακτικός
- disparate adj.: ετερόκλητος