Επιστήμη και τεχνολογία
Λεξιλόγιο PTE · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 2
- innovation n.: καινοτομία
- algorithm n.: αλγόριθμος
- artificial adj.: τεχνητός
- automation n.: αυτοματοποίηση
- efficiency n.: αποδοτικότητα
- renewable adj.: ανανεώσιμος
- satellite n.: δορυφόρος
- genetics n.: γενετική
- laboratory n.: εργαστήριο
- nanotechnology n.: νανοτεχνολογία
- cybersecurity n.: κυβερνοασφάλεια
- biotechnology n.: βιοτεχνολογία