Επιχειρήσεις και οικονομία
Λεξιλόγιο PTE · αγγλικά · Ενότητα 3
- revenue n.: έσοδα
- inflation n.: πληθωρισμός
- investment n.: επένδυση
- entrepreneur n.: επιχειρηματίας
- commerce n.: εμπόριο
- logistics n.: εφοδιαστική
- negotiation n.: διαπραγμάτευση
- recession n.: ύφεση
- subsidy n.: επιδότηση
- monetary adj.: νομισματικός; χρηματικός
- enterprise n.: επιχείρηση
- merger n.: συγχώνευση